Αποκοιμήθηκα
Και βρέθηκα σε τόπο παράξενο
Με απότομες αμμοπλαγιές
Και νερά κρυστάλλινα
Το τοπίο άλλαζε διαρκώς
Σε μια ευθεία παραμόρφωση
Ένα σπίτι προσωρινό
Ή τελεστικό
Ένα χέρι χαϊδεύει το μάρμαρο
Σχίστηκαν τα τύμπανα
Απ’ το βουβό σπαραγμό
Κάπου χάθηκα
Κάπου βρίσκομαι
Μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας
Εφιάλτη ενίοτε
Κάτι Κυριακές νεκρές
Πιο άδειες και πιο απατηλές
Από την εκάστοτε υπόσχεση
Μιας εξ’ αρχής καταδικασμένης
Μαρτυρικής αιωνιότητας

(Για την Τ.)