Όταν εκείνη
Βγήκε από τη θάλασσα
Γυμνή κι εξαντλημένη
Ήθελε να σπαράξει
Μα κάτι της έκοβε την ανάσα
Κάπου στην πορεία
Πρέπει να ανέπνευσε
Μα δε μίλησε
Η κραυγή δε βγήκε
Και στην πάροδο του χρόνου
Ολοένα και πιο βαθιά θαβόταν

Περνούσαν τα χρόνια
Με ηλιόλουστα πρωινά στην τάξη
Την αυστηρή δασκάλα
Τις θεωρίες συνωμοσίας
Κι εκείνο το αγόρι
Με τα ζεστά κάστανα ματιά
Και το ίδιο σπασμένο βλέμμα με το δικό της
Που ποτέ της δεν του είπε
Πως τον έβλεπε
Πως ήξερε

Και κύλησαν κι άλλα χρόνια σα δευτερόλεπτα
Στο πανεπιστήμιο πια
Υποχρεώσεις
Εξεταστικές
Κι εκείνο το κορίτσι
Τόσο όμορφο
Και τόσο θρυμματισμένο συνάμα
Προσπάθησε να του μιλήσει
Αλήθεια προσπάθησε
Για ‘κείνο το αίσθημα
Μα δεν κατάφερε
Γιατί η κραυγή
Κόμπος στο στέρνο
Την έπνιγε ακόμα

Και ο καιρός φεύγει
Για να τη βρει
Ένα απόγευμα χειμωνιάτικο
Στην οικεία θάλασσα
Γνώριμη σα τη μήτρα της μάνας
Να θυμάται
Να νοσταλγεί
Τον αμνιακό σάκο
Με τη ζεστή αίσθηση
Και την αλμυρή γεύση
Που πια την πικραίνει
Ιδίως σαν χαϊδεύει
Εκείνο το βαρύ σκοινί
Που ‘ναι από τότε
Περασμένο στο λαιμό της

Κι αρκετά αιχμηρό αντικείμενο
Δε βρέθηκε ως τώρα
Εκτός από τη γλώσσα της
Που είναι τόσο κοντή ακόμα
Και το λαιμό της
Δε φτάνει για να κόψει
Επιτέλους να ελευθερωθεί