Έχω τόσα που πρέπει να θυμάμαι καθημερινά
κι ένα τόσο κουρασμένο νου που όλο κλοτσάει τα πρέπει μακριά
μ’ ολοένα και μεγαλύτερη μανία κι αποφασιστικότητα

Να θυμάμαι ν’ αναπνέω
Να πάψω να κρύβομαι στην άπνοια και την απόλυτη σταθερή σιωπή
Να εκτεθώ κι εγώ ως ανόητη σε μια αρένα τρέλας με πεινασμένους λύκους, μπαλόνια και ζαχαρωτά

Να θυμάμαι να είμαι ευγνώμων για τα επώδυνα
που προτού σε οδύνη εξελιχθούν
Ψήγματα χαράς που ευτυχώς πρόλαβαν να προσφέρουν
Τάχα να δικαιώνουν τη μετάβαση

Να θυμάμαι να σε διώχνω
προτού σε συνηθίσω
Μη γίνεις κι εσύ ανάγκη και μείνω πάλι άδεια

Να θυμάμαι τις νύχτες να κρατώ σφιχτά τις αλυσίδες μου
Μη τύχει και ξυπνήσω κάνα πρωί ελεύθερη
Και ποιος με σώζει από την απελπισία και το βάρος τούτης της μοναχικής διαδρομής

Να θυμάμαι τις μέρες που ο ήλιος
καυτός κι αιχμηρός
Τρύπες ανοίγει στο ξεραμένο δέρμα μου
Και τα μάτια σου λευκά και άπραγα
Σα μάρμαρο
Να γίνονται κι εκείνα μάρτυρες σιωπηλοί
Σε μια τόσο άδικη και τόσο συνολική
φθίνουσα πορεία

Έχω τόσα που πρέπει να θυμάμαι καθημερινά
κι έναν κουρασμένο νου που όλο κλοτσάει τα πρέπει μακριά