8.32 ακριβώς. Παντζούρια κλειστά.

Ακούω τον αγαπημένο τρελό να διέρχεται. Τον φαντάζομαι όπως τον έχω αποτυπώσει: αδύνατος ροκ τυπάς με τζιν και t-shirt, κι ένα ξανθό ανάκατο καρεδάκι.

Κάποιες μέρες θα τον πετύχεις σιωπηλό, να περπατάει στο δρόμο με μια μπαφάρα δίφυλλη στο χέρι, κι άλλες να ουρλιάζει εξαπολύοντας βρισιές σε όποιον βρίσκεται γύρω του σε ντο δίεση.

Είμαι σίγουρη πως και τώρα την πίνει καθώς, φωνάζει μεν με υποτονικό τσαμπουκά σε σκυλιά κι ανθρώπους μα, δεν άκουσα ούτε μια βρισιά. Η Παναγία τη γλίτωσε για τώρα.

Έχω σταμπάρει δύο γείτονες που συχνά βγαίνουν στα μπαλκόνια και τον βρίζουν πίσω. Ευτυχώς που τα μονόπρακτα δίνουν ζωή στη γειτονίτσα μας.

Τον αγαπώ αυτό τον τύπο. Τον αγαπώ γιατί μου θυμίζει πως μέσα μου είμαι αγρίμι, και πως η κοινωνική απελευθέρωση έχει πολλαπλές εκφάνσεις. Και η δική του μου αρέσει γιατί φαίνεται αγνή, καθαρή και ντόμπρα. Κοινωνικό στάτους δε γνωρίζει. Το ίδιο θα βρίσει εσένα, το ίδιο εμένα, το ίδιο τον τάδε καλτσοβιομήχανο, που θα έλεγε κι ένας παλιός φίλος.

Πόσο θα γούσταρα να πάμε παρέα σε μια δήθεν χάι κλας εκδήλωση. Να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Να υπενθυμίσει και στους άλλους, αυτούς που το έχουν ανάγκη περισσότερο από ποτέ, την ανθρώπινή τους υπόσταση. Τη φύση τους εκείνη που ‘χουν θάψει κάτω από τα τούλια, τις γραβάτες και τα καλογυαλισμένα παπούτσια τους.