Η βαβούρα στο χώρο ηχεί σαν μανιώδη ουρλιαχτά στο νου μου
Ανάσες
Ανάσες
Η βροχή στάζει από τα μαλλιά
Γλιστράνε τόσο που δεν πιάνονται
Τούφες πέφτουν και βαραίνουν το ήδη γερμένο τραπέζι που μοιάζει αδύναμο ν’αντέξει τον θυμό
Πόσες συζητήσεις κουβαλάει κι αυτό;
Πόσες ιστορίες αντέχει μια συμπαγής μεταλλική βάση;
Μεταλλική
Σαν την πανοπλία
Που προστατεύει και βαραίνει ταυτόχρονα
Οι σκέψεις ασυνάρτητες χάνονται με κάθε τζούρα
Κρυώνω μα δεν έχω την πολυτέλεια να εστιάσω σε κάτι ασήμαντο τώρα
Το ηφαίστειο δεν προειδοποιεί πριν ξυπνήσει
Εκεί που δεν το περιμένεις κολυμπάς στη λάβα του
Σε καταπίνει
Εκεί χάνεσαι
Κολυμπάς με την ελπίδα να σιγάσεις τις κραυγές
Εκεί ανακατασκευάζεται η ψυχοσύνθεση
Οι ασυνείδητες συνήθειες ξεπλένονται Διαλύονται στο αλκοόλ
‘Αλλάζει ο άνθρωπος;’
‘Μέσα σ’ένα στιγμιότυπο’, απαντώ πάντα
Και γελάνε οι άπιστοι
Οι αδαείς
Δε με νοιάζει όμως
Δεν ξέρουν πόσο δύσκολο είναι
Πόσο επώδυνο
Να πασχίζεις
Να τσαλακώνεις και να ξεφορτώνεσαι κομμάτια της ίδιας σου της σάρκας
Επειδή πρέπει
Επειδή το έχεις ανάγκη
Μισώ αυτή τη λέξη
Είναι η μόνη που
Όσο και να θέλω
Αισθάνομαι αδύναμη να πετάξω
Πτήσεις και πτώσεις μόνο
Απόψε
Κάθε μέρα
Κύκλος είναι
Με αρχή και τέλος
Τέλος που ντύθηκε αρχή
Φαύλος κύκλος
Κυκλώνας που..
Πόσα κουβαλάει στο χάος του;
Τι υπάρχει στο ιδιωτικό μας χάος;
Πότε δημιουργήθηκε;
Πως;
Πόσα χαλίκια έχουν εγκατασταθεί με τα χρόνια στο φελέκι μας το κούφιο;
Κάθε φορά που σκέπτομαι
Σχεδόν τα ακούω να θορυβούν τους συλλογισμούς μου
Τη λογική μου
Η λογική χρειάζεται να είναι καθαρή
Ατόφια και σιωπηλή
Δεν πρέπει να διαταράσσεται από τις ενοχλήσεις των βιωμάτων
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη αλυσίδα
Αυτή που δε μπορεί κανείς απλά να ξεφορέσει
Βαραίνω
Ανάσες
Σκατά
Χώμα
Ανάσες σε σκατά και χώμα
Ας πρόσεχες αφού νύχτωσε και τόλμησες να σκεφτείς
Όλα ιδέες είναι
Βελόνες στον αχυρώνα μας
Που σαν τσιμπάνε υποφέρουμε τόσο πολύ
Προσπαθούμε να τις βρούμε
Αλλά αυτό είναι ενάντια στις πιθανότητες
Προσπαθούμε να τις διαβρώσουμε
Να πάψουν να είναι τόσο αιχμηρές οι γαμημένες
Θα πάω σπίτι τώρα
Να στεγνώσω τις τρίχες που απέμειναν
Να γλείψω τις αόρατες πληγές
Με δήθεν σάλιο
Με λεμόνι και τσιγάρο
Και θα κοιμηθώ
Και θα ξυπνήσω ιδρωμένη στις 4 και ενα
Θα γυρίσω το βλέμμα μου στο τραπέζι
Που τώρα είναι μαύρο και ξύλινο
Σαν την ψυχή μου
Κάποιες ανάσες, όχι πάντα
Θα κλείσω τα μάτια με μια ευχή
Να μην ονειρευτώ ξανά
Να μην περιπλανηθώ πάλι στην απελπισία
Στον εφιάλτη
Σε εκείνο που δεν ορίζω και με καταπίνει
Τικ τοκ
Τικ τοκ
Ο ήχος από το ρολόι μοιάζει με εκείνον που βγάζει το ξύλο όταν το χτυπάς ρυθμικά
Το κούφιο ξύλο με την πλαστική επίστρωση
Σχεδόν σαν τα περισσότερα πρόσωπα που συναντώ κάθε μέρα γύρω μου
Σχεδόν σαν τον καθρέφτη
Που είναι εκεί για να μου υπενθυμίζει
Πως ο χρόνος είναι εχθρός και σύμμαχος
Και πόσο ασήμαντη στέκω ενώπιον του
Τικ τοκ
Τικ τοκ
Κάθε δευτερόλεπτο και ένα ακόμα χαλικάκι
Μια βελόνα
Ένα τρύπημα
Μια πληγή
Λίγο λεμόνι και λίγος καπνός
Τικ τοκ
Τικ τοκ
Με κοιτάζουν περίεργα που χτυπάω το τραπέζι
Που προσποιούμαι πως είμαι ρολόι
Πως έχω τον έλεγχο
Και με κοιτούν ενοχλημένοι
Επειδή δεν ξέρουν
Επειδή νομίζουν πως σπαταλώ τον χρόνο τους
Μα δεν κατάλαβαν ακόμα
Πως εμείς
Και μόνο εμείς μπορούμε να βουτήξουμε στο χρόνο που μας απομένει
Και να ζήσουμε
Να αναπνεύσουμε
Να ερωτευτούμε
Να λιώσουμε
Να πονέσουμε
Να πέσουμε
Να σηκωθούμε
Και να περπατήσουμε
Σα να είναι η πρώτη φορά
Αντί να στεκόμαστε αποσβολωμένοι από τα ανούσια κι ενοχλητικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος
Τικ τοκ
Χτυπάω το τραπέζι άλλη μια φορά και φεύγω
Σας αφήνω στην προσποιητή ευτυχία σας
Πάω να ζήσω