Κάποιες φορές η ανάγκη απομόνωσης με οδηγεί σε μέρη πολυσύχναστα, να πίνω και να παρατηρώ.

Λένε πως η χειρότερη μοναξιά είναι εκείνη που μπορεί να αισθανθεί κάποιος όταν βρίσκεται με θόρυβο και κόσμο. Γι’ αυτό, τις μοναχικές στιγμές φροντίζω να κάθομαι απόμερα, σε ασφαλή απόσταση, προστατεύοντας τον ζωτικό χώρο, τον δικό μου και των άλλων.
Φοβούμαι βλέπεις μην κολλήσω μοναξιά, παραιτηθώ και χαθώ πριν την ώρα μου.

Ακούω διάσπαρτες κουβέντες από δω κι από κει που, μια στο τόσο, με έναν μαγικό τρόπο για κάποια δευτερόλεπτα συντονίζονται κι αποκτούν ένα μυστικό συνδυαστικό νόημα που δεν υπάρχει ο χρόνος και η συγκέντρωση για να παρατηρηθεί σε άλλη περίπτωση.

Στα δευτερόλεπτα σιωπής στρέφω την προσοχή μου στο θρόισμα των καταπράσινων στο φως φύλλων από το δέντρο που γενναιόδωρα μου προσφέρει τη σκιά του, κρύβοντας τον καυτό ήλιο κι επιτρέποντάς μου την ορατή απόλαυση του απέραντου γαλάζιου. Η οπτική πανδαισία μαζί με το απαλό αεράκι συνθέτουν μια εσωτερική γαλήνη στην οποία θέλω μόνο να βουλιάξω και να αναπαυθώ.

Σκέφτομαι πως η αποτυχία μας χαράχτηκε σε κείνο το άδειο μεταλλικό κάθισμα στη γωνία του μαγαζιού που, το ψήνει ο ήλιος ώρες τώρα και, στέκει εκεί αδύναμο να φιλοξενήσει ζωή δίχως να τη ζεματίσει έπειτα από την πολύωρη αναμονή του στο δικό του πύρινο μαρτύριο.
Σε κείνο το κάθισμα που δεν έχει τίποτα να μοιραστεί.
Εκείνο που μήτε τραπέζι έχει, μήτε μπίρα, μήτε εμφανή λόγο ύπαρξης.