Ονειρεύομαι έναν κόσμο που επιζητά κι αναγνωρίζει την ολότητα κι όχι επιμέρους είδωλα.

Που η δόξα και οι τιμές είναι μια έννοια άγνωστη και τα πρότυπα είναι πράξεις αλληλεγγύης κι όχι πρόσωπα.

Που η επιφάνεια αποτελεί πηγή έμπνευσης για εμβάθυνση κι όχι για περίτεχνη -μα πρακτικά άχρηστη- γυαλάδα.

Που οι λαοί δεν υποκλίνονται σε κανενός είδους ηγέτες, σωτήρες και άλλα είδωλα
και δέχονται βιώσιμη μόνο μια γραμμική συνθήκη οικουμενικής ισότητας κι αξίας.

Ονειρεύομαι έναν κόσμο που η εξουσία, ο ασύμμετρος υλικός πλούτος και η διαφθορά είναι απόπειρες μάταιες που χάνονται μέσα σε μια σφιχτή αγκαλιά ενός πλήθους δίκαιων ανθρώπων που απαιτούν να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για όλους.

Ονειρεύομαι έναν κόσμο που σέβεται κάθε μορφή ζωής και δε θεωρεί αυθαίρετα πως κάθε τι στο οποίο μπορεί να επιβληθεί του ανήκει. Που καταναλώνει με φειδώ, εκείνο που πραγματικά χρειάζεται και τίποτα παραπάνω. Έναν κόσμο χωρίς αλόγιστες σπατάλες και πλουσιοπάροχα κελιά.

Ονειρεύομαι έναν κόσμο που τολμά την αλήθεια να μιλάει και στο ψέμα αρνείται πεισματικά να βολευτεί.
Που η εξέλιξη είναι στην ουσία της σφαιρική και περιλαμβάνει -πέρα από επιστημονικά και τεχνολογικά- κοινωνικά κι ανθρωπιστικά επιτεύγματα και υπερβάσεις.

Ονειρεύομαι έναν κόσμο που η αγάπη και η αλληλεγγύη βρίσκονται πάνω από τον φόβο, το μίσος, την οργή, τον εγωισμό, την ιδιοκτησία, την απληστία, την υπεροψία, τη ματαιοδοξία και το ψέμα. Έναν κόσμο που οι άνθρωποι παραμερίζουν όλα τα υπόλοιπα για τα δύο πρώτα.

Πως φτάσαμε στο σημείο που
εύρωστοι εγκληματίες οδηγούν μάζες φτωχές και ταλαίπωρες -από τις οποίες προέρχεται η ευρωστία τους- σε περαιτέρω φτώχεια κι εξαθλίωση;

Πως φτάσαμε στο σημείο να κατασπαράζει ο ένας λαός τον άλλο; ο ένας άνθρωπος τον άλλο;

Κανίβαλοι με ‘συνείδηση’ πότε γίναμε;

Πως φτάσαμε εδώ και πως θα αλλάξουμε πορεία;

Κι όσο αποτυγχάνουμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο ισότητας, σεβασμού κι αλληλεγγύης, τι θα διδάσκουμε και πως θ’ αντικρίζουμε στα μάτια τα παιδιά;