Φεύγω τις νύχτες, δραπετεύω απ’ τη ζωή
γλιστρώντας έξω από μισάνοιχτο παράθυρο
και βολοδέρνω μες του δρόμου τη σιωπή
μες του ονείρου το αχανές δωμάτιο

Οι μέρες μοιάζουν, διάφανες περνούν
όταν φιγούρες κάποιων άλλων υποδύομαι
κι οι ώρες μακρινές θωρούν
όσο απ’ τον πυρήνα μου απομακρύνομαι

Οι γύρω να με νιώσουν δε μπορούν
Σαν εξηγώ τις αποδράσεις μου γελούν
μα, δεν πειράζει, μου αρκεί σαν με ακούν
το τίποτα να διηγούμαι κι απορούν