Τι κι αν τα κόκαλα ελαφραίνουν
το δέρμα αδυνατίζει και ωχραίνει
μαλλιά και δόντια πέφτουν
όπως οι παραγινωμένοι καρποί από το δέντρο τους
κι όλα τα μέρη σταδιακά
φαίνεται να εγκαταλείπουν
το σώμα που τόσο ευλαβικά τα φιλοξένησε
για μια ολόκληρη, ή όχι τόσο, ζωή

Παρατηρώντας την πνοή να ξεγλιστρά
θα μπορούσε κανείς να πει πως
με το βάθος του γήρατος
μοιάζει ν’ αυξάνεται η βαρύτητα

Ίσως το σώμα επιτρέπει
περισσότερο στα βάρη του να πέσουν

Ίσως να έλκεται περισσότερο
από τον πυρήνα της γης
σε μια απέλπιδα προσπάθεια αποχώρησης από κάθε σκοτεινό και λερωμένο εδώ

Ίσως εκείνο το κομμάτι
το κουρασμένο, το ταλαίπωρο
να διψά για λίγη ανάπαυλα
και ζητά να απλώσει κατάχαμα το ζαρωμένο δέρμα του

Ίσως η ψυχή να απαιτεί
την ανεξαρτησία της
την ύστατη απελευθέρωση
από το αδύναμο
και συνάμα ατίθασο σώμα που
δεν υπακούει πια στις εντολές της

Ίσως πάλι του ζητά
να σταματήσει επιτέλους να παλεύει
ν’ αφεθεί στη γαλήνη της χρυσαφένιας σκόνης

Και το σώμα ωριμάζοντας
να ενδίδει σε μια πτώση τρυφερή
που μοιάζει με τον χορό μιας ώριμης πικραλίδας
που σαν φυσήξει
μονομιάς διαχέεται
στον αέρα σε μικρότερα μέρη

Σκορπίζει ακατάστατα στο χώμα
κι εκεί διαλύεται
Διανύει το τελεστικό της κατώφλι
σ’ ένα τελετουργικό σπειροειδές
τρέφοντας το έδαφος
προετοιμάζοντάς το
για τον ερχομό της νέας ζωής