Η αγωνία διαπέρασε το δέρμα με ευκολία
Εισήλθε και ρίζωσε στα κόκαλα
Πότε με γλείφουν και πότε με τσιμπάνε τα μαχαίρια της
Συχνά μέσα στη μέρα αισθάνομαι να χάνομαι
Αφήνομαι να βουλιάζω αργά
σ’ έναν βούρκο από ζεστά περιττώματα
Ελπίζω να πνιγώ, να εξαφανιστώ
Μα μια στο τόσο κάποια γνώριμη φωνή
με τραβάει πίσω στο οξυγόνο
Μόλις επανέρχομαι ο κύκλος ξεκινάει ξανά
Κι ελπίζω πως κάποια στιγμή
η φωνή θα αργήσει να ‘ρθει
και θα προλάβω επιτέλους να διασκορπιστώ
στη γλυκιά γαλήνη του τίποτα
Στην απόλυτη σιωπηλή άπνοια