Έπειτα από εννιά περίπου
Μακρόσυρτες δρασκελιές στο σκοτάδι
Φως ίσα που πρόλαβες να αντικρίσεις
Σου κάψαν τα μάτια καψερέ
Κι έκτοτε
Σκυφτός και φοβισμένος περιφέρεσαι
Με την αφή
Την ακοή
Και τα άντερα κανόνα
Παλεύεις να βρεις το είμαι
Στο χάος του περιβάλλοντος
Σε χώρο δανεικό
Βουτηγμένος στο ψέμα
Μέχρι τις τρύπες
Που κάποτε ήταν μάτια σου
Συντηρηταίος στη φορμόλη
Κατεψυγμένος κι αεροστεγής
Σέρνεσαι με τα γόνατα
Προσκυνητής της άγνοιας
Φερέφωνο που αναπαράγει
Κραυγές εύηχες μα άοσμες
Στα ηχεία της κούφιας ετούτης πόλης
Και να
Εκεί
Ένα γκρίζο αποτύπωμα
Αγνώστου προέλευσης
Και πρωτύτερης υπόστασης
Που πιθανότατα
Απλώς θα προσπεράσεις
Μα αν τυχερός σταθείς
Και απάνω του περάσεις
Τα γόνατά σου βάψε με τις στάχτες
Κράτα τες
Κουβάλα τες
Και με αυτές στόλιζε
Στην πορεία
Κάθε τι
Λευκό κι ατσαλάκωτο
Κι ας μη χρωματιστεί ποτέ
Η δική σου οπτική πραγματικότητα